Δημοσιεύθηκε στην Πώς σου ήρθε αυτό;

Ο παππούς και η γιαγιά

«Οι παππούδες»

Χα, μεγάλη ιστορία η γιαγιά κι ο παππούς…

Η γιαγιά μου είναι δυνατή (όπως και η άλλη μου γιαγιά φυσικά), πανέξυπνη και πολύ προχωρημένη σε σκέψη (ονειρευόταν να γίνει δασκάλα βλέπετε κάποτε) και μονίμως ερωτευμένη.

Ναι, η γιαγιά μου είναι ακόμα ερωτευμένη με τον παππού μου! Κι εκείνος ρωτάτε; Εκείνος να δείτε…

Ο παππούς μου είναι ο μοναδικός που γνώρισα κι έχω (αν κι έχω ακούσει για τον άλλο τόσα που θεωρείται μύθος πλέον!) και νομίζω πως έχω υπάρξει πολύ τυχερή.

Ο παππούς είναι ευαίσθητος, με απίστευτο χιούμορ και μια καρδιά που χωράει όλον τον κόσμο.

Έχει τη συνήθεια τα τελευταία χρόνια να λέει “Ευχαριστώ που ήρθες. Ευχαριστώ που με θυμήθηκες” αντί να μας κατσαδιάσει όλους μαζί που δεν τον παίρνουμε καθημερινά τηλέφωνο.

Ο παππούς μου θα σε κοιτάξει με λατρεία – όχι απλά αγάπη – και θα λιώσεις με μια ματιά του.

Η γιαγιά κι ο παππούς γιορτάζουν ακόμα την επέτειό τους με χορό, τούρτα και κεράσματα σε φίλους. Εάν δεν υπάρχει η δυνατότητα να είναι με την παρέα τους, τότε γιορτάζουν βγαίνοντας βόλτα. Παντρεύτηκαν από έρωτα και παρέμειναν μαζί από αγάπη…

Ο παππούς και η γιαγιά κρατιούνται ακόμα χέρι-χέρι…

Ο παππούς δεν κάνει χωρίς την γιαγιά και η γιαγιά δεν κάνει χωρίς τον παππού… Η δύναμή τους είναι που έχουν ο ένας τον άλλον!

Δημοσιεύθηκε στην Πώς σου ήρθε αυτό;

Γιαγιά

“Έλα να γράψεις μια μέρα τις παροιμίες που σου λέω. Ξέρω πολλές! Θα έχεις κάτι από ‘μένα να σου μείνει”, μου λέει συχνά η γιαγιά μου.

Αχ βρε γιαγιά, πότε θα καταλάβεις πως δεν είναι αυτά που θα μου μείνουν; Δεν θα έχω από εσένα τα λόγια άλλων μα τα δικά σου.

Αυτά που θα μου μείνουν είναι αυτά που κουβαλάω κάθε μέρα μέσα μου…

Τη φωνή σου όταν μου τραγουδούσες ενώ ήμασταν αγκαλίτσα για να ηρεμήσω.

Τα παραμύθια που μου έλεγες για να μάθω κι ας μην μάθαινα ποτέ…

Τα βράδια που κοιμόμασταν παρέα.

Τις φωνές που μου έβαζες για να μάθω να είμαι σωστή.

Τα αμέτρητα “σ’ αγαπώ” και “να προσέχεις”.

Τα “ευχαριστώ” απλά επειδή σε θυμήθηκα.

Τα φαγητά σου που έχουν τόση αγάπη μέσα που και να κάνω επακριβώς την συνταγή ποτέ δεν θα βγει η ίδια.

Οι αγκαλιές σου! Τόσες και τόσες πολλές…

Τα φιλιά σου, ο θαυμασμός σου και η ενθάρρυνσή σου σε κάθε μου βήμα.

Το αγαπημένο μου ύφος όταν νομίζεις πως μ’ έπιασες να λέω ψέματα ή να έχω κάνει σκανταλιά ακόμα και τώρα που έχω πατήσει τα 30.

Αχ βρε γιαγιά, δεν με νοιάζουν τα λόγια των άλλων, τα δικά σου με νοιάζουν! Αυτά έχουν την μεγαλύτερη σημασία για ‘μένα. Την δική σου ζωή θέλω να καταγράψω κι άσε τους άλλους να λένε… Εσύ; Εσύ τι λες γιαγιάκα;

Δημοσιεύθηκε στην Πώς σου ήρθε αυτό;

Η Βροχή

Έχει καθίσει τη συνηθισμένη ώρα, μόνη της στο δωμάτιο και ακούει μουσική.

Χαλαρώνει, σκέφτεται και ανάβει ακόμα ένα τσιγάρο.

Όχι τόσο για να το καπνίσει αλλά για να παρακολουθήσει το χορό του καπνού, την βοηθάει να ηρεμήσει, να χαθεί στις σκέψεις της…

Όσο κι αν το αποφεύγει ξέρει πως θα έρθει και πάλι η εικόνα του στο μυαλό της. Έχει καταφέρει να συμβιβαστεί με την ιδέα. Πλέον δεν κλαίει με λυγμούς, δεν θυμώνει. Μόνο χαμογελά… Σκέφτεται τις όμορφες στιγμές και μόνο ένα δάκρυ με παράπονο μπορεί να τρέξει από τα μάτια της.

Τις σκέψεις της διακόπτει ο ήχος της βροχής… Το αγαπημένο της!

Λατρεύει την βροχή και περιμένει πώς και πώς κάθε χειμώνα τα βραδάκια που θα κάθεται σπίτι και θα χαλαρώνει να ξεκινήσει… Βγαίνει πάντα έξω και κάθεται να την χαζέψει, να την μυρίσει…

Όταν ήταν μ’ εκείνον το είχε μοιραστεί αυτό το συναίσθημα μαζί του. Κάθονταν μέχρι να σταματήσει! Μόνο που μ’ εκείνον δεν καθόταν σε κατώφλι…

Έβγαιναν στο δρόμο, δεν τους ένοιαζε να βραχούν, άλλωστε ήταν μια αφορμή για να αγκαλιαστούν, όχι ότι χρειάζονταν κάποια αφορμή βέβαια…

Από τότε είχε να βγει να αισθανθεί την βροχή πάνω της… Κάθε φορά που άκουγε τις σταγόνες της βροχής, όπου κι αν ήταν, με όποιον κι αν ήταν, τον σκεφτόταν και ήξερε πως κι εκείνος το ίδιο έκανε.

Ήταν κάτι δικό τους…

Είχε δημιουργηθεί το ιδανικό σκηνικό: Ησυχία, μουσικούλα, τσιγάρο στα κρυφά και φυσικά βροχή… Βγήκε λοιπόν ως συνήθως στο μπαλκόνι της. Έβγαλε μια καρέκλα έξω, έκατσε και απλά παρακολουθούσε τη νύχτα…

Μετά από λίγη ώρα βλέπει κάποιον να προχωράει στο δρόμο χωρίς ομπρέλα. Χαμογέλασε… “Κάποια τον έχει τρελάνει κι αυτόν και βρέχεται έτσι”, σκέφτηκε.

Σηκώθηκε και κοίταξε λίγο καλύτερα να δει αν το πρόσωπό του χαμογελούσε όπως το δικό τους τότε…

Μέσα της ήξερε πως απλά ήλπιζε να ήταν εκείνος…Προς απογοήτευσή της ήταν κάποιος άλλος ο οποίος όντως χαμογελούσε.

Έκατσε και πάλι στην καρέκλα της, άναψε ένα τσιγάρο -αυτή την φορά για να το καπνίσει- και χάθηκε ξανά στις σκέψεις της… Την διέκοψε ένα μήνυμα στο κινητό της:

Είμαι έξω, βρέχομαι, χαμογελάω, σε σκέφτομαι και μου λείπεις…”

Χαμογέλασε και με τρεμάμενα χέρια απάντησε : “Αγάπη μου όσα χρόνια κι αν περάσουν η βροχή θα είναι δική μας… Κάναμε ξεχωριστά οικογένεια, πήραμε διαφορετικούς δρόμους, μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα είμαστε μαζί γιατί ο ένας έχει την ψυχή του άλλου… Σε αγαπάω ακόμα!”

Οι σκέψεις της διακόπηκαν και πάλι… Αυτή τη φορά από τα βήματα της μικρής της εγγονής η οποία έτρεξε με ενθουσιασμό να κάτσει έξω με την γιαγιά της…

Όταν η μικρή την ρώτησε γιατί έχει δάκρυα στα μάτια της εκείνη απάντησε : “Από αγάπη καρδούλα μου… Από χαρά κι αγάπη…”