Δημοσιεύθηκε στην Πώς σου ήρθε αυτό;

Η Βροχή

Έχει καθίσει τη συνηθισμένη ώρα, μόνη της στο δωμάτιο και ακούει μουσική.

Χαλαρώνει, σκέφτεται και ανάβει ακόμα ένα τσιγάρο.

Όχι τόσο για να το καπνίσει αλλά για να παρακολουθήσει το χορό του καπνού, την βοηθάει να ηρεμήσει, να χαθεί στις σκέψεις της…

Όσο κι αν το αποφεύγει ξέρει πως θα έρθει και πάλι η εικόνα του στο μυαλό της. Έχει καταφέρει να συμβιβαστεί με την ιδέα. Πλέον δεν κλαίει με λυγμούς, δεν θυμώνει. Μόνο χαμογελά… Σκέφτεται τις όμορφες στιγμές και μόνο ένα δάκρυ με παράπονο μπορεί να τρέξει από τα μάτια της.

Τις σκέψεις της διακόπτει ο ήχος της βροχής… Το αγαπημένο της!

Λατρεύει την βροχή και περιμένει πώς και πώς κάθε χειμώνα τα βραδάκια που θα κάθεται σπίτι και θα χαλαρώνει να ξεκινήσει… Βγαίνει πάντα έξω και κάθεται να την χαζέψει, να την μυρίσει…

Όταν ήταν μ’ εκείνον το είχε μοιραστεί αυτό το συναίσθημα μαζί του. Κάθονταν μέχρι να σταματήσει! Μόνο που μ’ εκείνον δεν καθόταν σε κατώφλι…

Έβγαιναν στο δρόμο, δεν τους ένοιαζε να βραχούν, άλλωστε ήταν μια αφορμή για να αγκαλιαστούν, όχι ότι χρειάζονταν κάποια αφορμή βέβαια…

Από τότε είχε να βγει να αισθανθεί την βροχή πάνω της… Κάθε φορά που άκουγε τις σταγόνες της βροχής, όπου κι αν ήταν, με όποιον κι αν ήταν, τον σκεφτόταν και ήξερε πως κι εκείνος το ίδιο έκανε.

Ήταν κάτι δικό τους…

Είχε δημιουργηθεί το ιδανικό σκηνικό: Ησυχία, μουσικούλα, τσιγάρο στα κρυφά και φυσικά βροχή… Βγήκε λοιπόν ως συνήθως στο μπαλκόνι της. Έβγαλε μια καρέκλα έξω, έκατσε και απλά παρακολουθούσε τη νύχτα…

Μετά από λίγη ώρα βλέπει κάποιον να προχωράει στο δρόμο χωρίς ομπρέλα. Χαμογέλασε… “Κάποια τον έχει τρελάνει κι αυτόν και βρέχεται έτσι”, σκέφτηκε.

Σηκώθηκε και κοίταξε λίγο καλύτερα να δει αν το πρόσωπό του χαμογελούσε όπως το δικό τους τότε…

Μέσα της ήξερε πως απλά ήλπιζε να ήταν εκείνος…Προς απογοήτευσή της ήταν κάποιος άλλος ο οποίος όντως χαμογελούσε.

Έκατσε και πάλι στην καρέκλα της, άναψε ένα τσιγάρο -αυτή την φορά για να το καπνίσει- και χάθηκε ξανά στις σκέψεις της… Την διέκοψε ένα μήνυμα στο κινητό της:

Είμαι έξω, βρέχομαι, χαμογελάω, σε σκέφτομαι και μου λείπεις…”

Χαμογέλασε και με τρεμάμενα χέρια απάντησε : “Αγάπη μου όσα χρόνια κι αν περάσουν η βροχή θα είναι δική μας… Κάναμε ξεχωριστά οικογένεια, πήραμε διαφορετικούς δρόμους, μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα είμαστε μαζί γιατί ο ένας έχει την ψυχή του άλλου… Σε αγαπάω ακόμα!”

Οι σκέψεις της διακόπηκαν και πάλι… Αυτή τη φορά από τα βήματα της μικρής της εγγονής η οποία έτρεξε με ενθουσιασμό να κάτσει έξω με την γιαγιά της…

Όταν η μικρή την ρώτησε γιατί έχει δάκρυα στα μάτια της εκείνη απάντησε : “Από αγάπη καρδούλα μου… Από χαρά κι αγάπη…”

Δημοσιεύθηκε στην Πώς σου ήρθε αυτό;

Η Γειτόνισσα

Μπαίνει μέσα ο εγγονός της, πετάει με νεύρα την τσάντα και της λέει:

-Αμάν πια αυτή η κακιασμένη ρε γιαγιά απέναντι, πάλι φώναζε σε κάτι φίλους μου ότι κάνουμε φασαρία… Τι ζόρι τραβάει μωρέ; Ούτε οι γάτες δεν την θέλουν πια… Δεν τους μπορώ αυτούς του ανθρώπους!

Κι εκείνη του είπε:

-Μην μιλάς έτσι παιδί μου, μην την κρίνεις αν δεν ξέρεις… Αυτή η “κακιασμένη” που λες κάποτε ήταν ο πιο γλυκός άνθρωπος στον κόσμο. Συνέχεια ανάγνωσης «Η Γειτόνισσα»